Συνήθισα πια. Συνήθησα τη ζωή μου εδώ, την καθημερινότητα, το πανεπιστήμιο, το σπίτι μου.
Συνήθισα στη μοναξιά μου. Φαινομενικά έχω φίλους. Έχω δυο φίλες στην Αθήνα, μία φίλη στην Πάτρα, μία φίλη στην Κέρκυρα και μία στα Γιάννενα. Και ίσως κάποιον εκτός Ελλάδος. Μπα. Μάλλον όχι.
Όλοι οι άλλοι χάθηκαν. Εξάλλου εγώ χάθηκα. Εγώ διάλεξα τον Ιούνιο να έρθω να κάνω παρέα στον Έβρο.
Εδώ έχω δυο-τρεις συμφοιτητές και συμφοιτήτριες που βγαίνουμε καμιά φορά και πίνουμε, σε ένα μπαρ κοντά στο λιμάνι.
Κάθομαι στον καναπέ μου χαζεύοντας στην τηλεόραση. Πίνω κρασί και ζεσταίνομαι από το τζάκι. Κάθε βράδυ συγχαίρω τον εαυτό μου που διάλεξα το σπίτι με το τζάκι και όχι το σπίτι με το μεγάλο μπαλκόνι. Τι να το κάνεις το μπαλκόνι στην άλλη παγωμένη άκρη της Ελλάδας άλλωστε;
Με έχει κυριεύσει άγχος. Οι εξετάσεις μου.
Κάθομαι στα σκαλιά του νοσοκομείου της Αλεξανδούπολης. Μου είπαν να περιμένω. Στρίβω με τα παγωμένα μου δάχτυλα ένα τσιγάρο και ψάχνω για αναπτήρα. Τον ξέχασα. Το περίπτερο είναι πολύ μακριά και βαριέμαι ελεϊνά να πάω. Πρέπει η νικοτίνη να ποδοπατήσει το άγχος μου. Άμεσα.
Στην άλλη μεριά των σκαλοπατιών ένας νεαρός κάθεται και ανάβει τσιγάρο.
Θες άγχος; Όχι. Πήγαινε και ζήτα του φωτιά, με σκουντά το υποσυνείδητό μου.
Περπατάω με πόδια που τρέμουν ως την άλλη άκρη.
"Συγνώμη, μήπως έχετε αναπτήρα;"
Δύο πανέμορφα καστανά μάτια γυρνούν και με κοιτάζουν. Πετάνε φλόγες.
Δεν νιώθω τα πόδια μου.
"Ορίστε" αντιγυρίζει φυσώντας λίγο καπνό.
Τον παίρνω, νιώθω την θέρμη των χεριών του και ανάβω το τσιγάρο μου.
Μια ζεστασιά με διαπερνά. Είναι τα μάτια του, τα χέρια του ή ο αναπτήρας του; Κάτι δικό του πάντως...
"Κάθισε. Κι εσύ εξετάσεις περιμένεις;"
Κάθομαι χωρίς δεύτερη σκέψη. "Ναι. Εξετάσεις..."
"Φαίνεσαι αγχωμένη. Μην είσαι. Δεν αξίζει. Μια ζωή έχουμε όλοι."
"Είμαι η βασίλισσα του άγχους, αν δεν είμαι αγχωμένη δεν αναπνέω."
Γελάμε κι οι δύο.
Έχει υπέροχο χαμόγελο. Ειλικρινές. Αληθινό χαμόγελο.
"Βασίλης. Γιατρός. Μην ανησυχείς. Θα δεις πως όλα θα είναι καλά." λέει και για κάποια νανοσεκόντ όλο μου το άγχος διαλύεται από μια μικρή μαγική φράση.
"Εριέττα, φοιτήτρια" του δίνω το χέρι και ηλεκτρίζομαι. Δεν είναι στατικός ηλεκτρισμός. Κάτι άλλο είναι... Δεν μπορώ να το προσδιορίσω.
"Κι εγώ φοιτητής είμαι. Στο τελευταίο έτος"
"Εγώ μόλις άρχισα. Δεν σε έχω δει ποτέ." του λέω και με κοιτά παράξενα. "Στη σχολή. Εννοώ στη σχολή. Αν σπουδάζεις εδώ, δηλαδή." συμπληρώνω με έναν πιο-αμήχανο-πεθαίνεις τρόπο.
"Ναι εδώ σπουδάζω. Μάλλον δεν θα έτυχε... Δεν πατάω και τώρα τελευταία" λέει και οι φλόγες στα μάτια του σβήνουν για λίγο.
Με σιγοκαίει. Αυτός ο άνθρωπος που μόλις γνώρισα με σιγοκαίει όπως οι φωτιές στα μάτια του. Πάντα με σαγήνευαν οι φωτιές. Ό,τι και να έκαιγαν. Ό,τι και να κατέστρεφαν.
Το τσιγάρο μου σιγά σιγά τελειώνει.
"Το άγχος κάνει κακό Εριέττα. Μην το αφήνεις να εισβάλλει στη ζωή σου."
"Με καθησυχάζεις για λίγο. Παράξενο, αλλά το κάνεις" κρίση ειλικρίνιας. Ωχ, όχι!
Φυσά τον τελευταίο του καπνό και πετά τη γόπα στα βρεγμένα πλακάκια. "Πρέπει να πάω μέσα. Με περιμένει ο πατέρας μου. Θα χαρώ να σε ξαναδώ δεσποινίδα Αγχωμένη". Βγάζει ένα στυλό από την τσέπη του πουκαμίσου του (Ω! Φοράει πουκάμισο!) και γράφει το κινητό του στο χέρι μου. "Μάλλον το ίδιο θα πρέπει να κάνεις και εσύ. Κάνει κρύο. Αντίο Βασίλισσα."
Μένω άναυδη. Είμαι όρθια αλλά νιώθω σαν να αιωρούμαι.
"Γεια" είναι το μόνο που καταφέρνω να ψελίσσω.
Μου κουνά το χέρι χαμογελώντας.
Τι χαμόγελο...
[έπεται συνέχεια...]
Συνήθισα στη μοναξιά μου. Φαινομενικά έχω φίλους. Έχω δυο φίλες στην Αθήνα, μία φίλη στην Πάτρα, μία φίλη στην Κέρκυρα και μία στα Γιάννενα. Και ίσως κάποιον εκτός Ελλάδος. Μπα. Μάλλον όχι.
Όλοι οι άλλοι χάθηκαν. Εξάλλου εγώ χάθηκα. Εγώ διάλεξα τον Ιούνιο να έρθω να κάνω παρέα στον Έβρο.
Εδώ έχω δυο-τρεις συμφοιτητές και συμφοιτήτριες που βγαίνουμε καμιά φορά και πίνουμε, σε ένα μπαρ κοντά στο λιμάνι.
Κάθομαι στον καναπέ μου χαζεύοντας στην τηλεόραση. Πίνω κρασί και ζεσταίνομαι από το τζάκι. Κάθε βράδυ συγχαίρω τον εαυτό μου που διάλεξα το σπίτι με το τζάκι και όχι το σπίτι με το μεγάλο μπαλκόνι. Τι να το κάνεις το μπαλκόνι στην άλλη παγωμένη άκρη της Ελλάδας άλλωστε;
Με έχει κυριεύσει άγχος. Οι εξετάσεις μου.
Κάθομαι στα σκαλιά του νοσοκομείου της Αλεξανδούπολης. Μου είπαν να περιμένω. Στρίβω με τα παγωμένα μου δάχτυλα ένα τσιγάρο και ψάχνω για αναπτήρα. Τον ξέχασα. Το περίπτερο είναι πολύ μακριά και βαριέμαι ελεϊνά να πάω. Πρέπει η νικοτίνη να ποδοπατήσει το άγχος μου. Άμεσα.
Στην άλλη μεριά των σκαλοπατιών ένας νεαρός κάθεται και ανάβει τσιγάρο.
Θες άγχος; Όχι. Πήγαινε και ζήτα του φωτιά, με σκουντά το υποσυνείδητό μου.
Περπατάω με πόδια που τρέμουν ως την άλλη άκρη.
"Συγνώμη, μήπως έχετε αναπτήρα;"
Δύο πανέμορφα καστανά μάτια γυρνούν και με κοιτάζουν. Πετάνε φλόγες.
Δεν νιώθω τα πόδια μου.
"Ορίστε" αντιγυρίζει φυσώντας λίγο καπνό.
Τον παίρνω, νιώθω την θέρμη των χεριών του και ανάβω το τσιγάρο μου.
Μια ζεστασιά με διαπερνά. Είναι τα μάτια του, τα χέρια του ή ο αναπτήρας του; Κάτι δικό του πάντως...
"Κάθισε. Κι εσύ εξετάσεις περιμένεις;"
Κάθομαι χωρίς δεύτερη σκέψη. "Ναι. Εξετάσεις..."
"Φαίνεσαι αγχωμένη. Μην είσαι. Δεν αξίζει. Μια ζωή έχουμε όλοι."
"Είμαι η βασίλισσα του άγχους, αν δεν είμαι αγχωμένη δεν αναπνέω."
Γελάμε κι οι δύο.
Έχει υπέροχο χαμόγελο. Ειλικρινές. Αληθινό χαμόγελο.
"Βασίλης. Γιατρός. Μην ανησυχείς. Θα δεις πως όλα θα είναι καλά." λέει και για κάποια νανοσεκόντ όλο μου το άγχος διαλύεται από μια μικρή μαγική φράση.
"Εριέττα, φοιτήτρια" του δίνω το χέρι και ηλεκτρίζομαι. Δεν είναι στατικός ηλεκτρισμός. Κάτι άλλο είναι... Δεν μπορώ να το προσδιορίσω.
"Κι εγώ φοιτητής είμαι. Στο τελευταίο έτος"
"Εγώ μόλις άρχισα. Δεν σε έχω δει ποτέ." του λέω και με κοιτά παράξενα. "Στη σχολή. Εννοώ στη σχολή. Αν σπουδάζεις εδώ, δηλαδή." συμπληρώνω με έναν πιο-αμήχανο-πεθαίνεις τρόπο.
"Ναι εδώ σπουδάζω. Μάλλον δεν θα έτυχε... Δεν πατάω και τώρα τελευταία" λέει και οι φλόγες στα μάτια του σβήνουν για λίγο.
Με σιγοκαίει. Αυτός ο άνθρωπος που μόλις γνώρισα με σιγοκαίει όπως οι φωτιές στα μάτια του. Πάντα με σαγήνευαν οι φωτιές. Ό,τι και να έκαιγαν. Ό,τι και να κατέστρεφαν.
Το τσιγάρο μου σιγά σιγά τελειώνει.
"Το άγχος κάνει κακό Εριέττα. Μην το αφήνεις να εισβάλλει στη ζωή σου."
"Με καθησυχάζεις για λίγο. Παράξενο, αλλά το κάνεις" κρίση ειλικρίνιας. Ωχ, όχι!
Φυσά τον τελευταίο του καπνό και πετά τη γόπα στα βρεγμένα πλακάκια. "Πρέπει να πάω μέσα. Με περιμένει ο πατέρας μου. Θα χαρώ να σε ξαναδώ δεσποινίδα Αγχωμένη". Βγάζει ένα στυλό από την τσέπη του πουκαμίσου του (Ω! Φοράει πουκάμισο!) και γράφει το κινητό του στο χέρι μου. "Μάλλον το ίδιο θα πρέπει να κάνεις και εσύ. Κάνει κρύο. Αντίο Βασίλισσα."
Μένω άναυδη. Είμαι όρθια αλλά νιώθω σαν να αιωρούμαι.
"Γεια" είναι το μόνο που καταφέρνω να ψελίσσω.
Μου κουνά το χέρι χαμογελώντας.
Τι χαμόγελο...
[έπεται συνέχεια...]