Παρασκευή 27 Νοεμβρίου 2015

Και έφυγες

   Τα σιχαίνομαι τα αντίο. Αλήθεια, τα σιχαίνομαι. Τα απεχθάνομαι, τα μισώ πώς το λένε.
Μισώ τους αποχαιρετισμούς και όλα αυτά τα γλυκόπικρα λόγια. "Να προσέχεις". "Καλό δρόμο". "Πάρε με όταν φτάσεις". Φυσικά και θέλω να με πάρεις όταν φτάσεις. Απλώς θα προτιμούσα να ήσουν εδώ. Να σου λέω "μείνε" κι εσύ να μένεις.
   Αλλά φεύγεις. Πάντα φεύγεις.
Απεχθάνεσαι τα πάντα και τα ποτέ, λες, αλλά ποτέ δεν έχεις μείνει.
    Και ξέρεις κάτι; Αυτό το πρωινό, που έβρεχε κι εγώ έμεινα στο αυτοκίνητο και σε κοιτούσα να φεύγεις, με πόνεσε. Με πόνεσε περισσότερο κι από τότε που έφυγες από την πόλη. Με πόνεσε χίλιες φορές περισσότερο, γιατί ξέρω πως αυτή τη σκηνή θα την ξαναζήσω άλλες χίλιες φορές. Κάθε φορά που θα έρχεσαι, θα σου λέω να μένεις κι εσύ θα πρέπει να ξαναφύγεις.
Με πόνεσε γιατί σε χρειαζόμουν. 
   Και σε κοιτούσα. Σε κοιτούσα να σέρνεις τη βαλίτσα και να φεύγεις. Στάθηκες για λίγο έξω απ'το σταθμό και γύρισες να με κοιτάξεις. Σου έκανα νεύμα "πήγαινε", και γύρισα το κεφάλι μου για δυο δευτερόλεπτα να σκουπίζω τα μάτια μου. Κι όταν ξαναγύρισα να σε κοιτάξω, είχες φύγει. Αν αυτή η αναθεματισμένη σκηνή είχε soundtrack, θα είχε σίγουρα αυτό.

Δευτέρα 9 Νοεμβρίου 2015

Για εσένα

   Σαν παιδί, έχω μοναδικές και παράξενες αναμνήσεις. Θυμάμαι τα Σαββατοκύριακα που περνούσα στο σπίτι της γιαγιάς μου. Γάλα με coco pops, ψωμί με βούτυρο (μόνο με βούτυρο, γιατί έτσι μου άρεσε) και παιδικά από τις εννιά μέχρι τη μία το μεσημέρι. Θυμάμαι τις εκδρομές μας στα προάστια της Αττικής. Θυμάμαι που πηγαίναμε οι δυο μας και τρώγαμε σε κάποια ταβέρνα τις Κυριακές. Θυμάμαι τη συγκεκριμένη ταβέρνα, που παίρναμε πάντα μια μερίδα κατσικάκι με πατάτες και μια σαλιγκάρια. Ναι, σαλιγκάρια. Σ'ευχαριστώ γιαγιά που με έμαθες να τρώω σαλιγκάρια και να μην λέω ότι είναι αηδία. Σ'ευχαριστώ για όλες τις μοναδικές αναμνήσεις.
  Θυμάμαι όταν η γιαγιά πήγαινε σε μνημόσυνα πάντα κρατούσε το τσουρεκάκι για μένα, και μου το έδινε να το πάρω την Δευτέρα στο σχολείο. 




   Και, μάντεψε, γιαγιά. Τώρα τρώω το τσουρέκι από το δικό σου μνημόσυνο. 
   Να ξέρεις, γιαγιά, έχω τον δικό σου καναπέ πια στο σπίτι μου. Και καμιά Κυριακή, τρώω coco pops και ψωμί με βούτυρο βλέποντας παιδικά στα κρυφά. 
   Να ξέρεις, δεν θα ξεχάσω ποτέ το πρωί πριν την κηδεία σου, που έπινα καφέ και διάβαζα σε κάποιο φυλλάδιο του Χαμόγελου το σημείωμα του μικρού Αντρέα
   Και σαν σήμερα, 9 του Νοέμβρη, ο Αντρέας το είχε γράψει αυτό στο ημερολόγιό του. Και χθες, πάλι έπεσε στα χέρια μου το σημείωμα αυτό. Τι σύμπτωση.
   Και το θυμάμαι σαν να 'ταν σήμερα. Να μου μιλάς γι'αυτό το παιδί λες και το γνώριζες, και να θαυμάζεις αυτό που ξεκίνησε. 
   Και ξέρω, γιαγιά, πως όλα αυτά που γράφω δεν έχουν καμία συνοχή, αλλά σήμερα κάτι με έχει πιάσει και θέλω να τα βγάλω από μέσα μου. Στο χαρτί.