*διαβάζεται καλύτερα με back track αυτό. Ναι, το long version.*
Μετά από ταινίες, κρασιά, τσιγάρα και αγκαλιές στον καναπέ, μας παίρνει ο ύπνος.
Πρώτα εσένα, γιατί ήσουν κουρασμένος και μετά από ώρες εμένα.
Γιατί καθόμουν και σε χάζευα και δεν μπορούσα να πιστέψω ότι σε έχω δίπλα μου, σε απόσταση αναπνοής. Μέσα στο λιγοστό πρωινό φως που έμπαινε από τις γρίλιες σε παρατηρούσα καθώς κοιμόσουν. Τη γραμμή του σώματός σου, το λαιμό σου, τα βλέφαρά σου που ήταν σφαλισμένα. Ανέπνεα με το ρυθμό της αναπνοής σου. Πόσο θα θελα να αποκοιμόμουν κάθε βράδυ με αυτή τη μυρωδιά του κορμιού σου.
Μετά από ώρα, χαζεύοντας μία το ταβάνι και μία εσένα καταφέρνω και κλείνω τα μάτια μου, ήρεμη επιτέλους που περάσαμε τη νύχτα μαζί, αλλά έχοντας στο πίσω μέρος του μυαλού μου ότι αύριο θα πρέπει να φύγεις.
Το πρωί ξυπνάω με απροσδόκητα πολύ χώρο για εμένα στο κρεβάτι. Δεν είσαι δίπλα μου. Σηκώνομαι έντρομη και ψάχνω όλα τα δωμάτια του σπιτιού.
Έφυγες.
Θέλω να κλάψω μέχρι να με ξαναπάρει ο ύπνος κι όταν ξυπνήσω να είσαι πάλι δίπλα μου. Γίνεται;
Τινάζομαι ξαφνικά. Νιώθω ένα χέρι πάνω από την μέση μου. Νιώθω γένια στον αυχένα να με γαργαλάνε απαλά.
Είσαι εδώ. Θεέ μου, είσαι εδώ. Ήταν απλά ένα όνειρο.
Γυρνάω, σε κοιτάω που κοιμάσαι πάλι. Σε φιλάω μες τον ύπνο μου και επιστρέφω κι εγώ στον δικό μου, πραγματικά ήρεμη αυτή τη φορά. Γιατί είσαι εδώ.
Καληνύχτα κι ας μην το δεις ποτέ.