Δεν πήγαινε άλλο. Ο πόνος που της είχε προκαλέσει την έκανε να κλαίει κάθε βράδυ. Δεν άντεχε σε αυτή τη σκέψη. Θα πήγαινε να τη δει. Απρόσκλητος. Να ζητήσει συγγνώμη για τη συμπεριφορά του και να τη χαιρετήσει.
Εννέα ολόκληρες ώρες ταξιδιού προσπαθούσε να μαζέψει τις σκέψεις του, να δει τι θα της πει. Έτρεμε ολόκληρος. Το στομάχι του είχε γίνει κόμπος.
Στο μυαλό του έπαιζε συνεχώς η τελευταία τους σκηνή. Δύο μήνες σχεδόν πριν, όταν του ανακοίνωσε πως σε λίγο καιρό θα έφευγε για Λονδίνο. Το ήξερε, λέει, εδώ και ένα χρόνο αλλά δεν ήθελε να του το πει μην τον στεναχωρήσει για να μπορεί να συγκεντρωθεί την τελευταία χρονιά του σχολείου. Όταν το έμαθε έχασε τη γη κάτω από τα πόδια του. Δεν ήθελε να την πληγώσει πάλι. Προσποιήθηκε τον άνετο. "Εντάξει, ό,τι έγινε έγινε. Από δω και πέρα ο καθένας τη ζωή του."
Η απάντησή της ήταν μια γερή βρισιά. "Έλα μωρέ, μικροί ήμασταν. Δεν ήμασταν και ερωτευμένοι. Απλά τα είχαμε". Δεν ήξερε τι έλεγε. Έξι ολόκληρα χρόνια τα πετούσε έτσι. Ούτε ένα, ούτε δύο. Έξι.
Τον χαστούκησε και έφυγε.
Μόλις έφτασε το λεωφορείο κατηφόρησε προς το σπίτι της. Καλοκαίρι, ερημιά.
Δεν είδε το αυτοκίνητό τους παρκαρισμένο απ'έξω. Κάπου θα'χουν πάει, σκέφτηκε.
Χτύπησε την πόρτα με χέρια που τρέμουν.
Η γιαγιά της άνοιξε. "Καλώς τον" με ενα αμυδρό χαμόγελο να σχηματίζεται στα χείλη της. Χαμόγελο που έκρυβε όμως και λύπη. "Κάθισε" είπε δείχνοντας την καρέκλα.
Δεν μιλούσε. Σκάναρε το χώρο με τα μάτια του μήπως και τη δει.
Του είπε την αλήθεια.
"Άκου μικρέ. Ξέρω πως την αγαπάς. Αλλά την πλήγωσες. Έφυγε με κατακόκκινα μάτια από δω"
"Έφυγε;" ένα ρίγος διαπέρασε τη ραχοκοκαλιά του.
"Έχουνε δυο εβδομάδες που φυγαν..."
Του κόπηκαν τα πόδια. Όπως ένας ετοιμοθάνατος βλέπει όλη του τη ζωή μέσα στα τελευταία του δευτερόλεπτα, έτσι κι αυτός είδε τα πάντα από την αρχή στα μάτια του. Το πρώτο φιλί, την πρώτη φορά, την τελευταία φορά, το χαστούκι, τους τσακωμούς, τα πάντα.
"Ένα... τηλέφωνο. Έχετε ένα τηλέφωνό τους;"
"Με πήραν πριν λίγες μέρες αλλά δεν κράτησα τον αριθμό. Είπαν θα με ξαναπάρουν." Έκανε μια μικρή παύση. "Την άκουσα αγόρι μου, δεν είναι καλά."
Ζαλίστηκε.
Πήρε το κορμί του και το έσυρε μέχρι το σταθμό των ΚΤΕΛ για να γυρίσει πίσω στην πρωτεύουσα. Χωρίς μυαλό, χωρίς καρδιά, σχεδόν χωρίς σφυγμό.
Εννέα ολόκληρες ώρες ταξιδιού προσπαθούσε να μαζέψει τις σκέψεις του, να δει τι θα της πει. Έτρεμε ολόκληρος. Το στομάχι του είχε γίνει κόμπος.
Στο μυαλό του έπαιζε συνεχώς η τελευταία τους σκηνή. Δύο μήνες σχεδόν πριν, όταν του ανακοίνωσε πως σε λίγο καιρό θα έφευγε για Λονδίνο. Το ήξερε, λέει, εδώ και ένα χρόνο αλλά δεν ήθελε να του το πει μην τον στεναχωρήσει για να μπορεί να συγκεντρωθεί την τελευταία χρονιά του σχολείου. Όταν το έμαθε έχασε τη γη κάτω από τα πόδια του. Δεν ήθελε να την πληγώσει πάλι. Προσποιήθηκε τον άνετο. "Εντάξει, ό,τι έγινε έγινε. Από δω και πέρα ο καθένας τη ζωή του."
Η απάντησή της ήταν μια γερή βρισιά. "Έλα μωρέ, μικροί ήμασταν. Δεν ήμασταν και ερωτευμένοι. Απλά τα είχαμε". Δεν ήξερε τι έλεγε. Έξι ολόκληρα χρόνια τα πετούσε έτσι. Ούτε ένα, ούτε δύο. Έξι.
Τον χαστούκησε και έφυγε.
Μόλις έφτασε το λεωφορείο κατηφόρησε προς το σπίτι της. Καλοκαίρι, ερημιά.
Δεν είδε το αυτοκίνητό τους παρκαρισμένο απ'έξω. Κάπου θα'χουν πάει, σκέφτηκε.
Χτύπησε την πόρτα με χέρια που τρέμουν.
Η γιαγιά της άνοιξε. "Καλώς τον" με ενα αμυδρό χαμόγελο να σχηματίζεται στα χείλη της. Χαμόγελο που έκρυβε όμως και λύπη. "Κάθισε" είπε δείχνοντας την καρέκλα.
Δεν μιλούσε. Σκάναρε το χώρο με τα μάτια του μήπως και τη δει.
Του είπε την αλήθεια.
"Άκου μικρέ. Ξέρω πως την αγαπάς. Αλλά την πλήγωσες. Έφυγε με κατακόκκινα μάτια από δω"
"Έφυγε;" ένα ρίγος διαπέρασε τη ραχοκοκαλιά του.
"Έχουνε δυο εβδομάδες που φυγαν..."
Του κόπηκαν τα πόδια. Όπως ένας ετοιμοθάνατος βλέπει όλη του τη ζωή μέσα στα τελευταία του δευτερόλεπτα, έτσι κι αυτός είδε τα πάντα από την αρχή στα μάτια του. Το πρώτο φιλί, την πρώτη φορά, την τελευταία φορά, το χαστούκι, τους τσακωμούς, τα πάντα.
"Ένα... τηλέφωνο. Έχετε ένα τηλέφωνό τους;"
"Με πήραν πριν λίγες μέρες αλλά δεν κράτησα τον αριθμό. Είπαν θα με ξαναπάρουν." Έκανε μια μικρή παύση. "Την άκουσα αγόρι μου, δεν είναι καλά."
Ζαλίστηκε.
Πήρε το κορμί του και το έσυρε μέχρι το σταθμό των ΚΤΕΛ για να γυρίσει πίσω στην πρωτεύουσα. Χωρίς μυαλό, χωρίς καρδιά, σχεδόν χωρίς σφυγμό.