Πέρασα ένα Σαββατοκύριακο σκεπτόμενη μόνο αυτόν.
Τι μάτια Θεέ μου!
Είμαι αγχωμένη πάλι χωρίς κανένα λόγο. Έχω έναν κόμπο, ή καλύτερα γόρδιο δεσμό, στο στομάχι μου. Πρέπει να τον δω...
Είναι Κυριακή βράδυ. Αρπάζω το κινητό μου και του στέλνω ένα μήνυμα, στον αριθμό που αποθήκευσα κατευθείαν προχθες. Εξάλλου, ποτέ δεν ήμουν καλή με τα τηλεφωνήματα.
"Οι εξετάσεις μου ήταν καλές. Σ'ευχαριστώ πολύ για τη συμπαράσταση. Ελπίζω και οι δικές σου να ήταν το ίδιο και καλύτερες. Εριέττα."
Το κινητό μου τρέμει μετά από τρία περίπου λεπτά.
"Είχα απελπιστεί, νόμιζα πως δεν θα με έπαιρνες ποτέ. Χαίρομαι πολύ που οι εξετάσεις σου ήταν καλές. Είδες που δεν χρειαζόταν να αγχώνεσαι; Οι δικές μου δεν ήταν ακριβώς δικές μου αλλά του πατέρα μου. Είναι στο νοσοκομείο. Κι αυτές ήταν εντάξει."
Τι να κάνω τώρα; Να του απαντήσω; Απαντάω ένα τυπικό "Ελπίζω ο μπαμπάς σου να είναι καλά τώρα"
Σχεδόν αμέσως έρχεται ένα νέο γραπτό μήνυμα. "Θα γίνει. Σ'ευχαριστώ, Βασίλισσα."
Βασίλισσα! Είχα ξεχάσει το νέο μου ψευδώνυμο. Ποτέ κανείς δεν με είχε αποκαλέσει έτσι. Ούτε καν ο μπαμπάς μου.
"Καλό βράδυ. Εγώ σ'ευχαριστώ." του στέλνω και δεν απαντά.
Το ίδιοι βράδυ βλέπω φωτιές στο ύπνο μου. Έξω έχει κρύο αλλά εγώ ζεστένομαι. Με ζεσταίνουν οι φωτιές των ματιών του. Ξυπνάω ιδρωμένη...
Κοιτάζω το κινητό μου για να δω την ώρα. Είναι πέντε παρά το πρωί.
Κοιμήσου. Έχεις ακόμα ώρα.
Παρατηρώ το άσπρο φακελάκι στην πάνω αριστερή γωνία της οθόνης μου.
Είναι αυτός.
"Θέλω να σε δω..."
Τα χάνω για τα καλά. Βλέπω ότι το έστειλε πριν περίπου μισή ώρα και τολμώ να του απαντήσω επί τόπου. Κάθε όρεξη για ύπνο, βέβαια, έχει εξατμιστεί.
"Τι κάνεις ξύπνιος τέτοια ώρα;"
Απαντάει πάλι σε κλάσματα δευτερολέπτου. "Σκέφτομαι"
"Αν σκέφτεσαι συχνά στις 5 το πρωί να το κοιτάξεις, είναι σοβαρό" του στέλνω με θάρρος.
"Θα το κοιτάξω μόνο αν σε δω"
Αιωρούμαι πάλι. Αισθάνομαι σαν να έχω βγει έξω από το σώμα μου και να πετάω. Κομπλάρω, μέχρι που μου έρχεται ένα άλλο μήνυμα "Βασίλισσα, χρειάζομαι να σε δω. Αλήθεια. Απάντησέ μου..."
"Τα έχασα..." και συνειδητοποιώ ότι αυτός ο άνθρωπος μου δίνει θάρρος.
"Μπορείς αύριο;"
"Εννοείς σήμερα;"
"Ναι... Μπορείς;"
"Ναι"
Είναι Δευτέρα βράδυ και μπαίνω μέσα σε ένα μπαράκι κοντά στο λιμάνι. Τον βλέπω να κάθεται σε μία από τις πολλές μπάρες που κοσμούν γύρω το μαγαζί. Κάθομαι δίπλα του και τον κοιτάζω. Για άλλη μία φορά δύο πανέμορφα μάτια γυρίζουν και με καίνε.
Σταματάνε οι σκέψεις μου ,όσο ο ένας έχει το βλέμμα του καρφωμένο στον άλλο, για κάποια δευτερόλεπτα.
"Γεια" λέει και το χαμόγελό του αστράφτει, καθώς σπάει πρώτος τον πάγο της δεύτερης συνάντησης.
"Γεια σου" του χαλογελάω και εγώ. Πόσο καιρό, αλήθεια, έχω να χαμογελάσω έτσι εύκολα;
Αρκετό. Ή μάλλον από τη στιγμή που πήρα τις εξετάσεις στα χέρια μου και έμαθα πως δεν είμαι...
ΣΤΟΠ! Το μυαλό μου ξαναλειτουργεί και μου λέει να σταματήσω της βλακώδεις σκέψεις.
"Θα πιεις κάτι;" με ρωτάει. Παρατηρώ ότι πίνει ουίσκι.
"Χμμ... Θα πάρω μία βότκα με ανανά."
Σηκώνει το χέρι διακριτικά για να φωνάξει τη σερβιτόρα και παραγγέλνει το ποτό μου.
"Λοιπόν..." ψελλίζει και μετά σωπαίνει χωρίς καν να συνεχίσει τη φράση.
Ένα ίχνος χαμόγελου εμφανίζεται στα χείλη μας, ενώ παράλληλα αισθάνομαι τον ηλεκτρισμό που αποπνέει, και ξεσπάμε και οι δύο ταυτόχρονα σε γέλια.
"Γιατί γελάμε;" τον ρωτάω.
"Δεν ξέρω! Αισθάνομαι αμήχανα αλλά και πάλι είναι λες και σε ξέρω χρόνια"
Κλασσική ατάκα, σκέφτομαι. Η πλάκα είναι πως κατά κάποιον τρόπο αισθάνομαι το ίδιο.
"Ώστε... είσαι γιατρός;" ρωτάω πάλι.
"Ναι. Δηλαδή φέτος τελειώνω. Εσύ...; Ποτέ δεν μου είπες."
"Βιολογία. Σπουδάζω Βιολογία."
"Στο πρώτο έτος." δεν ήταν ερώτηση.
"Ναι, στο πρώτο." του χαμογελάω και πιάνω το ποτό που μόλις άφησαν στο τραπέζι μου.
Ανακατεύω κοιτώντας το γυάλινο ποτήρι με σκυμμένο το κεφάλι και πίνω μια μικρή γουλιά. Θεέ μου, αυτή η νύχτα θα χρειαστεί πολύ θάρρος.
"Αθηναία, να υποθέσω" ούτε αυτό ήταν ερώτηση.
"Βέρα Αθηναία. Εμ... εσύ;"
"Από εδώ. Γεννήθηκα στο Παρίσι, μεγάλη ιστορία, αλλά μεγαλωσα εδώ."
Παρίσι. Χμ... ενδιαφέρον.
"Έχω χρόνο" του δηλώνω.
Τα χάνει. "Ε;" απορεί.
"Έχω χρόνο για να ακούσω τη μεγάλη ιστορία σου"
Καθόμαστε στο μπαρ μέχρι τις δύο τα ξημερώματα και συζητάμε ο ένας για τη ζωή του άλλου. Σπουδάζει στην Ιατρική στο Δημοκρίτειο (ωστόσο καπνίζει), ο μπαμπάς του είναι και αυτός γιατρός, η μαμά του είναι φαρμακοποιός και έχει μία μικρότερη αδερφή, λίγο πιο μικρή από μένα, που πάει σχολείο. Γεννήθηκε στο Παρίσι, μία πρωτοχρονιά. Οι γονείς του ήταν εκεί για τις γιορτές και εκείνος έτυχε να έρθει νωρίτερα απ'ό,τι τον περίμεναν.
Ο μπαμπάς του έχει πρόβλημα με την καρδιά του, όπως μου εξομολογήθηκε.
Του λέω για μένα. Την Αθήνα, τα προβλήματα υγείας που πέρασα κι εγώ τον τελευταίο χρόνο, την οικογένειά μου.
Ανταλάσσουμε συχνά χαμόγελα και πολλές φορές, όταν κάνω πως κοιτάζω αλλού, αισθάνομαι τα μάτια του πάνω μου. Με αγγίζουν, με χαϊδεύουν, με γαληνεύουν...
Με ηρεμεί τόσο. Δεν είναι το ποτό. Τα ποτά. Είναι αυτός. ΑΥΤΟΣ.
Στο τέλος πληρώνει όλα τα ποτά μας και ζητά να με πάει σπίτι.
"Εδώ πιο δίπλα μένω..." του λέω.
"Ας περπατήσουμε τότε!" είναι τόσο πρόθυμος...
Καθώς περπατάμε, βλέπω από τις σκιές μας μπροστά στο δρόμο ότι κάνει μια προσπάθεια να αγγίξει το χέρι μου. Θέλω κι εγώ τόσο πολύ... Είναι τρελό. Δεν πάει ούτε μία εβδομάδα που τον γνωρίζω και ο πόθος μου για κείνον αυξάνεται παράλληλα με κάθε δευτερόλεπτο που περνά.
"Δεν είναι όμορφη πόλη η Αλεξανδρούπολη;" με ρωτά.
"Το λες γιατί είναι η πατρίδα σου. Κι η Αθήνα όμορφη είναι" αντιφάσκω.
"Δεν το λέω γιατί είναι η πόλη μου, βασίλισσα. Το λέω γιατί είναι. Όμως... μόνο λίγους μήνες είσαι εδώ. Δεν έχεις δει τίποτα ακόμα!"
Αφήνει ένα υποννοούμενο για επόμενη συνάντηση να πλανάται στον αέρα. Η είσοδος της πολυκατοικίας όπου μένω είναι τώρα μόλις λίγα μέτρα μακριά.
"Εδώ είμαστε" του λέω, και ψάχνω για τα κλειδιά στην τσάντα μου.
Χάνεται λίγο. Σα να λυπάται. "Ε... Να... Θα τα ξαναπούμε έτσι;"
"Θυμήσου, έχεις μία ολόκληρη πόλη να μου δείξεις..." χαμογελάω πλατιά.
Το πρόσωπό του φωτίζεται πάλι και το εκτυφλωτικό του χαμόγελο κοσμεί το πανέμορφο πρόσωπό του. "Σ'ευχαριστώ για όλα, βασίλισσα" μου λέει λίγο πριν κλείσω την εξώπορτα.
"Εγώ σ'ευχαριστώ. Πραγματικά... Καλό βράδυ" απαντάω.
"Όνειρα γλυκά"
Η ευχή του πιάνει. Κοιμάμαι γαλήνια. Πραγματικά γαλήνια. Οι φωτιές στα όνειρά μου με ηρεμούν. Δεν με καίνε. Πλέκονται μεταξύ τους και μου θυμίζουν το χρώμα των ματιών του.
Το πρωί βρίσκω ένα μήνυμά του. Το χαμόγελό μου φτάνει μέχρι τα αφτιά, και πιο πάνω.
"Πέρασα υπέροχα χθες. Θέλω να σε ξαναδώ"
Μου αρέσει που κάθε φορά δηλώνει αυτό που θέλει να πει και αυτό που θέλει να κάνει. Αυτός είναι σωστός άντρας, σκέφτομαι.
"Καλημέρα. Θα με ξαναδείς..." του απαντάω.Ετοιμάζομαι για να πάω στη σχολή.
Ανοίγω την κουρτίνα στο σαλόνι. Ο ουρανός είναι κάτασπρος.
Κρύο...
Είναι λες και έχει κάνει συμφωνία με τη μοίρα.
Το πρωί ανοίγω την πόρτα του αμφιθεάτρου και την κλείνω αμέσως, αφού αισθάνομαι ένα χέρι να με τραβάει πίσω από το μπράτσο.
Από εκεί που πήγαινα για μάθημα βρίσκομαι με το κεφάλι μου ανάμεσα στα δυο του χέρια και τα μάτια του να καρφώνουν τα δικά μου. Παραλύω.
"Δεν έχει μάθημα σήμερα. Κοπάνα" δηλώνει.
Βρίσκοντας πάλι τα λόγια μου τον ρωτάω: "Πρώτον, τι κάνεις στο βιολογικό και δεύτερον πού πάμε;"
Δεν απαντάει. Λέει απλά ένα "Φεύγουμε...". Με τραβάει με το χέρι του και βγαίνουμε εξω από το πανεπιστήμιο.
Τα χέρια του είναι κρύα.
Λένε πως όσοι έχουν κρύα χέρια είναι ερωτευμένοι.
Καθώς παιρνάμε την μεγάλη σιδερένια πόρτα και βγαίνουμε στο κρύο, τα χέρια του αφήνουν τα δικά μου. Σταματάμε και οι δύο να περπατάμε. Εγώ μένω άναυδη. Χιονίζει. Έχω χρόνια να δω χιόνι... Το θέαμα είναι πανέμορφο.
Τα χέρια του αυτή τη φορά αγγίζουν το λαιμό μου και κάνουν όλο μου το σώμα να γυρίσει και να αντικρίσει το δικό του. Τα μάτια του πετούν σπίθες και με καίνε για άλλη μία φορά... Με κοιτάζει για λίγη ώρα, που μου φαίνεται αιώνας, μία στα χείλη και μία στα μάτια.
Και καθώς οι νιφάδες πέφτουν πάνω μας, το ένα του χέρι χαϊδεύει τα μαλλιά μου και σιγά σιγά πλέκεται ανάμεσα τους, καθώς τα τραβά προς τα πίσω. Διακρίνω ένα αχνό χαμόγελο στα χείλη του, λίγο πριν σκύψει τα μπλέξει με τα δικά μου...
Και κάπως έτσι ξεκινά η ιστορία.
Τι μάτια Θεέ μου!
Είμαι αγχωμένη πάλι χωρίς κανένα λόγο. Έχω έναν κόμπο, ή καλύτερα γόρδιο δεσμό, στο στομάχι μου. Πρέπει να τον δω...
Είναι Κυριακή βράδυ. Αρπάζω το κινητό μου και του στέλνω ένα μήνυμα, στον αριθμό που αποθήκευσα κατευθείαν προχθες. Εξάλλου, ποτέ δεν ήμουν καλή με τα τηλεφωνήματα.
"Οι εξετάσεις μου ήταν καλές. Σ'ευχαριστώ πολύ για τη συμπαράσταση. Ελπίζω και οι δικές σου να ήταν το ίδιο και καλύτερες. Εριέττα."
Το κινητό μου τρέμει μετά από τρία περίπου λεπτά.
"Είχα απελπιστεί, νόμιζα πως δεν θα με έπαιρνες ποτέ. Χαίρομαι πολύ που οι εξετάσεις σου ήταν καλές. Είδες που δεν χρειαζόταν να αγχώνεσαι; Οι δικές μου δεν ήταν ακριβώς δικές μου αλλά του πατέρα μου. Είναι στο νοσοκομείο. Κι αυτές ήταν εντάξει."
Τι να κάνω τώρα; Να του απαντήσω; Απαντάω ένα τυπικό "Ελπίζω ο μπαμπάς σου να είναι καλά τώρα"
Σχεδόν αμέσως έρχεται ένα νέο γραπτό μήνυμα. "Θα γίνει. Σ'ευχαριστώ, Βασίλισσα."
Βασίλισσα! Είχα ξεχάσει το νέο μου ψευδώνυμο. Ποτέ κανείς δεν με είχε αποκαλέσει έτσι. Ούτε καν ο μπαμπάς μου.
"Καλό βράδυ. Εγώ σ'ευχαριστώ." του στέλνω και δεν απαντά.
Το ίδιοι βράδυ βλέπω φωτιές στο ύπνο μου. Έξω έχει κρύο αλλά εγώ ζεστένομαι. Με ζεσταίνουν οι φωτιές των ματιών του. Ξυπνάω ιδρωμένη...
Κοιτάζω το κινητό μου για να δω την ώρα. Είναι πέντε παρά το πρωί.
Κοιμήσου. Έχεις ακόμα ώρα.
Παρατηρώ το άσπρο φακελάκι στην πάνω αριστερή γωνία της οθόνης μου.
Είναι αυτός.
"Θέλω να σε δω..."
Τα χάνω για τα καλά. Βλέπω ότι το έστειλε πριν περίπου μισή ώρα και τολμώ να του απαντήσω επί τόπου. Κάθε όρεξη για ύπνο, βέβαια, έχει εξατμιστεί.
"Τι κάνεις ξύπνιος τέτοια ώρα;"
Απαντάει πάλι σε κλάσματα δευτερολέπτου. "Σκέφτομαι"
"Αν σκέφτεσαι συχνά στις 5 το πρωί να το κοιτάξεις, είναι σοβαρό" του στέλνω με θάρρος.
"Θα το κοιτάξω μόνο αν σε δω"
Αιωρούμαι πάλι. Αισθάνομαι σαν να έχω βγει έξω από το σώμα μου και να πετάω. Κομπλάρω, μέχρι που μου έρχεται ένα άλλο μήνυμα "Βασίλισσα, χρειάζομαι να σε δω. Αλήθεια. Απάντησέ μου..."
"Τα έχασα..." και συνειδητοποιώ ότι αυτός ο άνθρωπος μου δίνει θάρρος.
"Μπορείς αύριο;"
"Εννοείς σήμερα;"
"Ναι... Μπορείς;"
"Ναι"
Είναι Δευτέρα βράδυ και μπαίνω μέσα σε ένα μπαράκι κοντά στο λιμάνι. Τον βλέπω να κάθεται σε μία από τις πολλές μπάρες που κοσμούν γύρω το μαγαζί. Κάθομαι δίπλα του και τον κοιτάζω. Για άλλη μία φορά δύο πανέμορφα μάτια γυρίζουν και με καίνε.
Σταματάνε οι σκέψεις μου ,όσο ο ένας έχει το βλέμμα του καρφωμένο στον άλλο, για κάποια δευτερόλεπτα.
"Γεια" λέει και το χαμόγελό του αστράφτει, καθώς σπάει πρώτος τον πάγο της δεύτερης συνάντησης.
"Γεια σου" του χαλογελάω και εγώ. Πόσο καιρό, αλήθεια, έχω να χαμογελάσω έτσι εύκολα;
Αρκετό. Ή μάλλον από τη στιγμή που πήρα τις εξετάσεις στα χέρια μου και έμαθα πως δεν είμαι...
ΣΤΟΠ! Το μυαλό μου ξαναλειτουργεί και μου λέει να σταματήσω της βλακώδεις σκέψεις.
"Θα πιεις κάτι;" με ρωτάει. Παρατηρώ ότι πίνει ουίσκι.
"Χμμ... Θα πάρω μία βότκα με ανανά."
Σηκώνει το χέρι διακριτικά για να φωνάξει τη σερβιτόρα και παραγγέλνει το ποτό μου.
"Λοιπόν..." ψελλίζει και μετά σωπαίνει χωρίς καν να συνεχίσει τη φράση.
Ένα ίχνος χαμόγελου εμφανίζεται στα χείλη μας, ενώ παράλληλα αισθάνομαι τον ηλεκτρισμό που αποπνέει, και ξεσπάμε και οι δύο ταυτόχρονα σε γέλια.
"Γιατί γελάμε;" τον ρωτάω.
"Δεν ξέρω! Αισθάνομαι αμήχανα αλλά και πάλι είναι λες και σε ξέρω χρόνια"
Κλασσική ατάκα, σκέφτομαι. Η πλάκα είναι πως κατά κάποιον τρόπο αισθάνομαι το ίδιο.
"Ώστε... είσαι γιατρός;" ρωτάω πάλι.
"Ναι. Δηλαδή φέτος τελειώνω. Εσύ...; Ποτέ δεν μου είπες."
"Βιολογία. Σπουδάζω Βιολογία."
"Στο πρώτο έτος." δεν ήταν ερώτηση.
"Ναι, στο πρώτο." του χαμογελάω και πιάνω το ποτό που μόλις άφησαν στο τραπέζι μου.
Ανακατεύω κοιτώντας το γυάλινο ποτήρι με σκυμμένο το κεφάλι και πίνω μια μικρή γουλιά. Θεέ μου, αυτή η νύχτα θα χρειαστεί πολύ θάρρος.
"Αθηναία, να υποθέσω" ούτε αυτό ήταν ερώτηση.
"Βέρα Αθηναία. Εμ... εσύ;"
"Από εδώ. Γεννήθηκα στο Παρίσι, μεγάλη ιστορία, αλλά μεγαλωσα εδώ."
Παρίσι. Χμ... ενδιαφέρον.
"Έχω χρόνο" του δηλώνω.
Τα χάνει. "Ε;" απορεί.
"Έχω χρόνο για να ακούσω τη μεγάλη ιστορία σου"
Καθόμαστε στο μπαρ μέχρι τις δύο τα ξημερώματα και συζητάμε ο ένας για τη ζωή του άλλου. Σπουδάζει στην Ιατρική στο Δημοκρίτειο (ωστόσο καπνίζει), ο μπαμπάς του είναι και αυτός γιατρός, η μαμά του είναι φαρμακοποιός και έχει μία μικρότερη αδερφή, λίγο πιο μικρή από μένα, που πάει σχολείο. Γεννήθηκε στο Παρίσι, μία πρωτοχρονιά. Οι γονείς του ήταν εκεί για τις γιορτές και εκείνος έτυχε να έρθει νωρίτερα απ'ό,τι τον περίμεναν.
Ο μπαμπάς του έχει πρόβλημα με την καρδιά του, όπως μου εξομολογήθηκε.
Του λέω για μένα. Την Αθήνα, τα προβλήματα υγείας που πέρασα κι εγώ τον τελευταίο χρόνο, την οικογένειά μου.
Ανταλάσσουμε συχνά χαμόγελα και πολλές φορές, όταν κάνω πως κοιτάζω αλλού, αισθάνομαι τα μάτια του πάνω μου. Με αγγίζουν, με χαϊδεύουν, με γαληνεύουν...
Με ηρεμεί τόσο. Δεν είναι το ποτό. Τα ποτά. Είναι αυτός. ΑΥΤΟΣ.
Στο τέλος πληρώνει όλα τα ποτά μας και ζητά να με πάει σπίτι.
"Εδώ πιο δίπλα μένω..." του λέω.
"Ας περπατήσουμε τότε!" είναι τόσο πρόθυμος...
Καθώς περπατάμε, βλέπω από τις σκιές μας μπροστά στο δρόμο ότι κάνει μια προσπάθεια να αγγίξει το χέρι μου. Θέλω κι εγώ τόσο πολύ... Είναι τρελό. Δεν πάει ούτε μία εβδομάδα που τον γνωρίζω και ο πόθος μου για κείνον αυξάνεται παράλληλα με κάθε δευτερόλεπτο που περνά.
"Δεν είναι όμορφη πόλη η Αλεξανδρούπολη;" με ρωτά.
"Το λες γιατί είναι η πατρίδα σου. Κι η Αθήνα όμορφη είναι" αντιφάσκω.
"Δεν το λέω γιατί είναι η πόλη μου, βασίλισσα. Το λέω γιατί είναι. Όμως... μόνο λίγους μήνες είσαι εδώ. Δεν έχεις δει τίποτα ακόμα!"
Αφήνει ένα υποννοούμενο για επόμενη συνάντηση να πλανάται στον αέρα. Η είσοδος της πολυκατοικίας όπου μένω είναι τώρα μόλις λίγα μέτρα μακριά.
"Εδώ είμαστε" του λέω, και ψάχνω για τα κλειδιά στην τσάντα μου.
Χάνεται λίγο. Σα να λυπάται. "Ε... Να... Θα τα ξαναπούμε έτσι;"
"Θυμήσου, έχεις μία ολόκληρη πόλη να μου δείξεις..." χαμογελάω πλατιά.
Το πρόσωπό του φωτίζεται πάλι και το εκτυφλωτικό του χαμόγελο κοσμεί το πανέμορφο πρόσωπό του. "Σ'ευχαριστώ για όλα, βασίλισσα" μου λέει λίγο πριν κλείσω την εξώπορτα.
"Εγώ σ'ευχαριστώ. Πραγματικά... Καλό βράδυ" απαντάω.
"Όνειρα γλυκά"
Η ευχή του πιάνει. Κοιμάμαι γαλήνια. Πραγματικά γαλήνια. Οι φωτιές στα όνειρά μου με ηρεμούν. Δεν με καίνε. Πλέκονται μεταξύ τους και μου θυμίζουν το χρώμα των ματιών του.
Το πρωί βρίσκω ένα μήνυμά του. Το χαμόγελό μου φτάνει μέχρι τα αφτιά, και πιο πάνω.
"Πέρασα υπέροχα χθες. Θέλω να σε ξαναδώ"
Μου αρέσει που κάθε φορά δηλώνει αυτό που θέλει να πει και αυτό που θέλει να κάνει. Αυτός είναι σωστός άντρας, σκέφτομαι.
"Καλημέρα. Θα με ξαναδείς..." του απαντάω.Ετοιμάζομαι για να πάω στη σχολή.
Ανοίγω την κουρτίνα στο σαλόνι. Ο ουρανός είναι κάτασπρος.
Κρύο...
Είναι λες και έχει κάνει συμφωνία με τη μοίρα.
Το πρωί ανοίγω την πόρτα του αμφιθεάτρου και την κλείνω αμέσως, αφού αισθάνομαι ένα χέρι να με τραβάει πίσω από το μπράτσο.
Από εκεί που πήγαινα για μάθημα βρίσκομαι με το κεφάλι μου ανάμεσα στα δυο του χέρια και τα μάτια του να καρφώνουν τα δικά μου. Παραλύω.
"Δεν έχει μάθημα σήμερα. Κοπάνα" δηλώνει.
Βρίσκοντας πάλι τα λόγια μου τον ρωτάω: "Πρώτον, τι κάνεις στο βιολογικό και δεύτερον πού πάμε;"
Δεν απαντάει. Λέει απλά ένα "Φεύγουμε...". Με τραβάει με το χέρι του και βγαίνουμε εξω από το πανεπιστήμιο.
Τα χέρια του είναι κρύα.
Λένε πως όσοι έχουν κρύα χέρια είναι ερωτευμένοι.
Καθώς παιρνάμε την μεγάλη σιδερένια πόρτα και βγαίνουμε στο κρύο, τα χέρια του αφήνουν τα δικά μου. Σταματάμε και οι δύο να περπατάμε. Εγώ μένω άναυδη. Χιονίζει. Έχω χρόνια να δω χιόνι... Το θέαμα είναι πανέμορφο.
Τα χέρια του αυτή τη φορά αγγίζουν το λαιμό μου και κάνουν όλο μου το σώμα να γυρίσει και να αντικρίσει το δικό του. Τα μάτια του πετούν σπίθες και με καίνε για άλλη μία φορά... Με κοιτάζει για λίγη ώρα, που μου φαίνεται αιώνας, μία στα χείλη και μία στα μάτια.
Και καθώς οι νιφάδες πέφτουν πάνω μας, το ένα του χέρι χαϊδεύει τα μαλλιά μου και σιγά σιγά πλέκεται ανάμεσα τους, καθώς τα τραβά προς τα πίσω. Διακρίνω ένα αχνό χαμόγελο στα χείλη του, λίγο πριν σκύψει τα μπλέξει με τα δικά μου...
Και κάπως έτσι ξεκινά η ιστορία.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου