Περνάω υπέροχα.
Όντως μου δείχνει την πόλη. Με πάει παντού. Στα πιο μικρά καφέ, στα ωραιότερα μπαρ, βόλτα στο φάρο, στο βυζαντινό υδραγωγείο. Πάμε στο Διδυμότειχο, όπου δεν είχα πάει ποτέ και στο πανέμορφο κάστρο του.
Επισκεπτόμαστε σχεδόν όλα τα μουσεία του νομού. Στο εθνολογικό μουσείο της Θράκης, στο ιστορικό στο κέντρο της Αλεξανδρούπολης, στο μουσείο φυσικής ιστορίας και σε άλλα πολλά.
Με κάνει να αγαπήσω την πόλη αυτή, που στην αρχή μισούσα. Οξύμωρο, πάντως. Ήθελα τόσο πολύ να φύγω από την Αθήνα, τόσο πολύ να σπουδάσω στη μοριακή βιολογία, αλλά μισούσα τόσο πολύ την Αλεξανδρούπολη. Ίσως επειδή είναι δίπλα στα σύνορα και ένιωθα την τεράστια απόσταση που με χωρίζει από τους δικούς μου.
Κάθε Παρασκευή που τελειώνουμε από τη σχολή, πηγαίνουμε και κάπου. Τα Σαββατοκύριακα είναι εξαιρετικά αφιερωμένα σε εμάς, γιατί τις καθημερινές βλεπόμαστε ελάχιστα.
Το χειμώνα πάνω κάνει κρύο. Όμως όσο είμαι δίπλα του και νιώθω τη ζεστασιά των ματιών του δεν κρυώνω ποτέ.
Αυτά τα μάτια του... Το πιο όμορφο καστανό του κόσμου όλου.
Τον θέλω. Κάθε μέρα και πιο πολύ.
Με φροντίζει, με προστατεύει. Ίσως και να με αγαπάει.
Περνούν μήνες και κανείς μας δεν έχει πει "σ' αγαπώ". Μπορεί και να είναι πολύ τυπική φράση πια. Πιθανόν να μην εκφράζει τόσο αληθινά συναισθήματα.
Μία Παρασκευή, τον Απρίλιο, τον περιμένω να έρθει να με πάρει.
Χτυπά την πόρτα.
Ανοίγω, τον φιλάω τρυφερά και βλέπω το πρόσωπό του να λάμπει από χαρά.
"Τι έγινε;" ρωτάω χαμογελώντας πλατιά.
"Ετοιμάσου"
"Έτοιμη είμαι! Πού πάμε σήμερα;" αναρωτιέμαι.
"Κι όμως δεν είσαι έτοιμη! Το πού πάμε είναι μυστικό..." μυστήριο ο Βασίλης.
"Τι εννοείς δεν είμαι έτοιμη; Πανέτοιμη είμαι! Φύγαμε!"
"Χμ... Φτιάξε βαλίτσα."
Τα χάνω, συχνό φαινόμενο όταν βρίσκομαι κοντά του.
Δεν ρωτάω. Είμαι πολύ περίεργη όμως.
Καθώς ετοιμάζω λίγα ρούχα και κάποια καλλυντικά, σκέφτομαι. Θα πάμε κάπου για το Σαββατοκύριακο. Πού όμως; Κάπου εδώ κοντά λογικά. Μήπως στη Σαμοθράκη; Ή στην συμπρωτεύουσα; Όχι... Η αγωνία μου έχει φτάσει στο κόκκινο.Ο Βασίλης με περιμένει στο σαλόνι μου καπνίζοντας.
"Πάρε διαβατήριο" μου λέει. Κρατάω ένα πακέτο τσιγάρα καθώς μου το λέει, το οποίο σε κλάσματα δευτερολέπτου βρίσκεται στο πάτωμα.
Νέα σενάρια διασχίζουν το μυαλό μου. Μήπως θα πάμε στο Λονδίνο; Στο Παρίσι; Γιατί δεν μου είχε πει τίποτα;
Ευτυχώς το διαβατήριό μου δεν έχει λήξει ακόμα, αφού το είχα χρησιμοποιήσει σε ένα καλοκαιρινό μου ταξίδι.
Φτάνουμε στο αμάξι και φορτώνοντας τη βαλίτσα μου παρατηρώ και τη δική του στο πίσω μέρος του αυτοκινήτου μαζί με σακούλες γεμάτες τρόφιμα και αναψυκτικά.
"Πού πάμε;" ρωτάω μόλις βάζει μπρος τη μηχανή. Δεν άντεχα άλλο.
"Θα δεις, βασίλισσα."
Αρχίζουμε και κατευθυνόμαστε προς τη μεριά του Έβρου, τον οποίο μετά από ώρα περνάμε. Φτάνουμε στα σύνορα.
Στα σύνορα Ελλάδας και Τουρκίας.
Θεέ μου, με πάει στην Κωνσταντινούπολη.
Μετά από ώρα και από πολλούς ελέγχους στο αυτοκίνητο και τις βαλίτσες, βρισκόμαστε στην άλλη πλευρά.
Είναι πανέμορφα. Η διαδρομή είναι κουραστική αλλά μαγευτική την περνάμε ακούγοντας μουσική και συζητώντας.
Γύρω στις τρεις μπαίνουμε στο κέντρο της ιστορικής Πόλης.
Τα ταξί είναι εκατοντάδες στους, παρά την ώρα, γεμάτους δρόμους της.
Κουρασμένοι, φτάνουμε σε μία πλατεία, που αργότερα μαθαίνω πως λέγεται Ταξίμ, και στο ξενοδοχείο όπου θα μείνουμε.
Η Πόλη είναι γεμάτη φώτα και ανθρώπους.
Μπαίνουμε στο δωμάτιό μας. Η διακόσμηση είναι απίστευτη. Μοντέρνα, με κάποια στοιχεία από την Ανατολή. Στους τοίχους υπάρχουν παντού κάδρα με πανέμορφες φωτογραφίες της Πόλης και της δικής μας Αγίας Σοφίας.
Τακτοποιούμαστε και σε λίγη ώρα βρισκόμαστε αγκαλιά στο κρεβάτι.
"Δεν έχω λόγια..." ομολογώ καθώς αντικρίζω τα πανέομορφα μάτια του ξαπλωμένη στο μαξιλάρι.
"Εγώ δεν έχω λόγια. Για το πώς με κάνεις να νιώθω..." απαντά. Εύστοχο.
Σιωπή.
Φιλί.
Και μετά πάλι σιωπή.
"Θα σου πω κάτι. Δεν ξέρω πώς θα το πάρεις, αλλά πρέπει να στο πω. Μπορεί και να σου φανεί ευτελές, ή αστείο. Αλλά θα στο πω." ψιθυρίζει και το ελάχιστο φως που μπαίνει από το παράθυρο μου δίνει τη δυνατότητα να δω τα μάτια του που γυαλίζουν. "Ξέρεις, είμαστε στην Τουρκία." συνεχίζει. "Έχω πολλούς φίλους Τούρκους και με Τουρκική καταγωγή. Μου έμαθαν και λίγο τη γλώσσα τους, ξέρεις. Η πρώτη φράση που μου έμαθαν, όμως, ξέρεις ποια ήταν;"
"Ποια;..." του χαμογελώ αλλά αγωνιώ. Αν πει αυτό...
"Το seni seviyorum"
Σιωπή πάλι.
"Ξέρεις τι σημαίνει;" αναρωτιέται.
Ξέρω και πολύ καλά μάλιστα. Δεν είναι δύσκολο.
"Ναι..." ψιθυρίζω με την ελάχιστη δύναμη που έχω.
"Ωραία. Αυτό αισθάνομαι για σένα. Δεν ξέρω αν αισθάνεσαι το ίδιο. Δεν είναι ανάγκη να το πεις και εσύ, έστω στα Ελληνικά. Αλήθεια. Απλά θέλω να το ξέρεις... Αυτό μόνο."
Δεν λέω κουβέντα. Απλά του παραδίνομαι...
Όντως μου δείχνει την πόλη. Με πάει παντού. Στα πιο μικρά καφέ, στα ωραιότερα μπαρ, βόλτα στο φάρο, στο βυζαντινό υδραγωγείο. Πάμε στο Διδυμότειχο, όπου δεν είχα πάει ποτέ και στο πανέμορφο κάστρο του.
Επισκεπτόμαστε σχεδόν όλα τα μουσεία του νομού. Στο εθνολογικό μουσείο της Θράκης, στο ιστορικό στο κέντρο της Αλεξανδρούπολης, στο μουσείο φυσικής ιστορίας και σε άλλα πολλά.
Με κάνει να αγαπήσω την πόλη αυτή, που στην αρχή μισούσα. Οξύμωρο, πάντως. Ήθελα τόσο πολύ να φύγω από την Αθήνα, τόσο πολύ να σπουδάσω στη μοριακή βιολογία, αλλά μισούσα τόσο πολύ την Αλεξανδρούπολη. Ίσως επειδή είναι δίπλα στα σύνορα και ένιωθα την τεράστια απόσταση που με χωρίζει από τους δικούς μου.
Κάθε Παρασκευή που τελειώνουμε από τη σχολή, πηγαίνουμε και κάπου. Τα Σαββατοκύριακα είναι εξαιρετικά αφιερωμένα σε εμάς, γιατί τις καθημερινές βλεπόμαστε ελάχιστα.
Το χειμώνα πάνω κάνει κρύο. Όμως όσο είμαι δίπλα του και νιώθω τη ζεστασιά των ματιών του δεν κρυώνω ποτέ.
Αυτά τα μάτια του... Το πιο όμορφο καστανό του κόσμου όλου.
Τον θέλω. Κάθε μέρα και πιο πολύ.
Με φροντίζει, με προστατεύει. Ίσως και να με αγαπάει.
Περνούν μήνες και κανείς μας δεν έχει πει "σ' αγαπώ". Μπορεί και να είναι πολύ τυπική φράση πια. Πιθανόν να μην εκφράζει τόσο αληθινά συναισθήματα.
Μία Παρασκευή, τον Απρίλιο, τον περιμένω να έρθει να με πάρει.
Χτυπά την πόρτα.
Ανοίγω, τον φιλάω τρυφερά και βλέπω το πρόσωπό του να λάμπει από χαρά.
"Τι έγινε;" ρωτάω χαμογελώντας πλατιά.
"Ετοιμάσου"
"Έτοιμη είμαι! Πού πάμε σήμερα;" αναρωτιέμαι.
"Κι όμως δεν είσαι έτοιμη! Το πού πάμε είναι μυστικό..." μυστήριο ο Βασίλης.
"Τι εννοείς δεν είμαι έτοιμη; Πανέτοιμη είμαι! Φύγαμε!"
"Χμ... Φτιάξε βαλίτσα."
Τα χάνω, συχνό φαινόμενο όταν βρίσκομαι κοντά του.
Δεν ρωτάω. Είμαι πολύ περίεργη όμως.
Καθώς ετοιμάζω λίγα ρούχα και κάποια καλλυντικά, σκέφτομαι. Θα πάμε κάπου για το Σαββατοκύριακο. Πού όμως; Κάπου εδώ κοντά λογικά. Μήπως στη Σαμοθράκη; Ή στην συμπρωτεύουσα; Όχι... Η αγωνία μου έχει φτάσει στο κόκκινο.Ο Βασίλης με περιμένει στο σαλόνι μου καπνίζοντας.
"Πάρε διαβατήριο" μου λέει. Κρατάω ένα πακέτο τσιγάρα καθώς μου το λέει, το οποίο σε κλάσματα δευτερολέπτου βρίσκεται στο πάτωμα.
Νέα σενάρια διασχίζουν το μυαλό μου. Μήπως θα πάμε στο Λονδίνο; Στο Παρίσι; Γιατί δεν μου είχε πει τίποτα;
Ευτυχώς το διαβατήριό μου δεν έχει λήξει ακόμα, αφού το είχα χρησιμοποιήσει σε ένα καλοκαιρινό μου ταξίδι.
Φτάνουμε στο αμάξι και φορτώνοντας τη βαλίτσα μου παρατηρώ και τη δική του στο πίσω μέρος του αυτοκινήτου μαζί με σακούλες γεμάτες τρόφιμα και αναψυκτικά.
"Πού πάμε;" ρωτάω μόλις βάζει μπρος τη μηχανή. Δεν άντεχα άλλο.
"Θα δεις, βασίλισσα."
Αρχίζουμε και κατευθυνόμαστε προς τη μεριά του Έβρου, τον οποίο μετά από ώρα περνάμε. Φτάνουμε στα σύνορα.
Στα σύνορα Ελλάδας και Τουρκίας.
Θεέ μου, με πάει στην Κωνσταντινούπολη.
Μετά από ώρα και από πολλούς ελέγχους στο αυτοκίνητο και τις βαλίτσες, βρισκόμαστε στην άλλη πλευρά.
Είναι πανέμορφα. Η διαδρομή είναι κουραστική αλλά μαγευτική την περνάμε ακούγοντας μουσική και συζητώντας.
Γύρω στις τρεις μπαίνουμε στο κέντρο της ιστορικής Πόλης.
Τα ταξί είναι εκατοντάδες στους, παρά την ώρα, γεμάτους δρόμους της.
Κουρασμένοι, φτάνουμε σε μία πλατεία, που αργότερα μαθαίνω πως λέγεται Ταξίμ, και στο ξενοδοχείο όπου θα μείνουμε.
Η Πόλη είναι γεμάτη φώτα και ανθρώπους.
Μπαίνουμε στο δωμάτιό μας. Η διακόσμηση είναι απίστευτη. Μοντέρνα, με κάποια στοιχεία από την Ανατολή. Στους τοίχους υπάρχουν παντού κάδρα με πανέμορφες φωτογραφίες της Πόλης και της δικής μας Αγίας Σοφίας.
Τακτοποιούμαστε και σε λίγη ώρα βρισκόμαστε αγκαλιά στο κρεβάτι.
"Δεν έχω λόγια..." ομολογώ καθώς αντικρίζω τα πανέομορφα μάτια του ξαπλωμένη στο μαξιλάρι.
"Εγώ δεν έχω λόγια. Για το πώς με κάνεις να νιώθω..." απαντά. Εύστοχο.
Σιωπή.
Φιλί.
Και μετά πάλι σιωπή.
"Θα σου πω κάτι. Δεν ξέρω πώς θα το πάρεις, αλλά πρέπει να στο πω. Μπορεί και να σου φανεί ευτελές, ή αστείο. Αλλά θα στο πω." ψιθυρίζει και το ελάχιστο φως που μπαίνει από το παράθυρο μου δίνει τη δυνατότητα να δω τα μάτια του που γυαλίζουν. "Ξέρεις, είμαστε στην Τουρκία." συνεχίζει. "Έχω πολλούς φίλους Τούρκους και με Τουρκική καταγωγή. Μου έμαθαν και λίγο τη γλώσσα τους, ξέρεις. Η πρώτη φράση που μου έμαθαν, όμως, ξέρεις ποια ήταν;"
"Ποια;..." του χαμογελώ αλλά αγωνιώ. Αν πει αυτό...
"Το seni seviyorum"
Σιωπή πάλι.
"Ξέρεις τι σημαίνει;" αναρωτιέται.
Ξέρω και πολύ καλά μάλιστα. Δεν είναι δύσκολο.
"Ναι..." ψιθυρίζω με την ελάχιστη δύναμη που έχω.
"Ωραία. Αυτό αισθάνομαι για σένα. Δεν ξέρω αν αισθάνεσαι το ίδιο. Δεν είναι ανάγκη να το πεις και εσύ, έστω στα Ελληνικά. Αλήθεια. Απλά θέλω να το ξέρεις... Αυτό μόνο."
Δεν λέω κουβέντα. Απλά του παραδίνομαι...
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου