Άνοιξε την πόρτα του σπιτιού. Τη βρήκε να κοιμάται στον καναπέ, σκεπασμένη με μία κουβέρτα.
"Κοίτα τι γαλήνια που κοιμάται.
Κάποτε ευχόμουν να ανοίξω τα μάτια μου και να τη βρω ξαπλωμένη στο ίδιο μαξιλάρι να με κοιτάζει.
Να ξυπνήσω ένα πρωί και να την αγγίξω εστω και για λίγο, να της δώσω ένα φιλί. Να δω το χαμόγελό της να λάμπει πιο πολύ κι απ'τον ήλιο έξω.
Και να που έγινε πραγματικότητα."
Την πήρε στα χέρια του και την κουβάλησε μέχρι το δωμάτιο. Μόλις τη σήκωσε, άνοιξε τα μάτια της και του χαμογέλασε. Τύλιξε τα χέρια της γύρω από το λαιμό του και του έδωσε ένα μικρό φιλί στα χείλη.
Την άφησε απαλά στο κρεβάτι, λες και ήταν το πιο ακριβό και εύθραυστο κρύσταλλο. Την σκέπασε, κι ύστερα έφυγε.
"Κοίτα τι γαλήνια που κοιμάται.
Κάποτε ευχόμουν να ανοίξω τα μάτια μου και να τη βρω ξαπλωμένη στο ίδιο μαξιλάρι να με κοιτάζει.
Να ξυπνήσω ένα πρωί και να την αγγίξω εστω και για λίγο, να της δώσω ένα φιλί. Να δω το χαμόγελό της να λάμπει πιο πολύ κι απ'τον ήλιο έξω.
Και να που έγινε πραγματικότητα."
Την πήρε στα χέρια του και την κουβάλησε μέχρι το δωμάτιο. Μόλις τη σήκωσε, άνοιξε τα μάτια της και του χαμογέλασε. Τύλιξε τα χέρια της γύρω από το λαιμό του και του έδωσε ένα μικρό φιλί στα χείλη.
Την άφησε απαλά στο κρεβάτι, λες και ήταν το πιο ακριβό και εύθραυστο κρύσταλλο. Την σκέπασε, κι ύστερα έφυγε.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου